|
Μάριου Τόκα - Φίλιππου Γράψα «Παρέα μ' έναν Ήλιο» Κυκλοφορία: Δεκέμβριος 1994 |
Ο λόγος του Φίλιππου Γράψα σαφώς καθορίζει τη φυσιογνωμία του δίσκου. Έχουμε μάλιστα να κάνουμε με έναν από τους λίγους δίσκους του Τόκα | ||
|
Τα τραγούδια του δίσκου: "Τον Αύγουστο που μου χρωστάς" - "Το ζεϊμπέκικο του αρχάγγελου" - "Τα λαδάδικα" - "'Ασωτος" - "Αγάπη μου άξιον εστί" - "Εδώ" - "Παρέα μ' έναν ήλιο" - "Πάντα επιστρέφεις" - "Αντίο" - "Φως" - "Έλα πάλι απ' την αρχή" - "Τριανταφυλλιά" |
![]() |
που χαρακτηρίζονται από μια ενιαία όσο και βαθιά προσωπική στιχουργική αντίληψη - τουλάχιστον στο βαθμό που ο στιχουργός παραμένει ο εαυτός του και δεν φλερτάρει με "ενέσεις λαϊκότητας" ("Πάντα επιστρέφεις εδώ") ούτε υπερβάλλει σε "ποιητικό οίστρο" και ομοιοκαταληξίες ("Αγάπη μου άξιον εστί")... Πέρα απ' αυτά, έχουμε την πληρέστερη απεικόνιση της φυσιογνωμίας του Φ. Γράψα ως στιχουργού. Μιας φυσιογνωμίας που, εν τέλει, ταίριαξε με την αντίληψη του Μάριου Τόκα για δημιουργία τραγουδιών με στοιχεία "συλλογικής καρδιάς" - έστω και στιγμιαία... | |
|
"Η Εθνική μας Μοναξιά" που προηγήθηκε ήταν ένας "ανιχνευτικός" δίσκος
για τον δρόμο που θα μπορούσε να πάρει η συνεργασία του Μάριου Τόκα με τον Δημήτρη Μητροπάνο.
Υπήρχαν απλοί λαϊκοί στίχοι, υπήρχαν τραγούδια πιο "ποιητικής" γραφής,
υπήρχαν ζεϊμπέκικα, υπήρχαν ακόμη και ..."λάτιν".
Το τοπίο ξεκαθαρίζει: "Σ' αναζητώ στη Σαλονίκη Ξημερώματα".
Το "’γιο Ακροατήριο" - όπως το ονομάζει στο σημείωμά του στο "Παρέα μ' έναν Ήλιο" ο Τόκας -
αποφάσισε ότι το ενδιαφέρει μέσα από τη φωνή του Μητροπάνου και κάτω από τα βαριά βήματα του ζεϊμπέκικου,
ο περισσότερο ποιητικός λόγος του Φίλιππου Γράψα.
Έχουμε ίσως το πιο "ευπρόσωπο" σουξέ τέτοιας δυναμικής για αυτά τα χρόνια,
και ένα από τα λίγα που αποδεικνύουν ότι ο χαρακτηρισμός "σουξέ"
δεν είναι κατ' ανάγκην "ποινικό αδίκημα".
Ένα υλικό που σηματοδοτεί το πέρασμα του Μητροπάνου στις νεότερες γενιές
και κατά κάποιον τρόπο δίνει στίγμα για τις επιλογές του τα επόμενα χρόνια ως και σήμερα.
’ραγε, πώς είναι να δημιουργείς καινούριο υλικό υπό το βάρος μιας τέτοιας επιτυχίας, αμέσως μετά;
Λέει σχετικά ο Μάριος Τόκας: «Θέλω να είμαι ειλικρινής. Πάντα όλα γίνονταν
υπό το βάρος της προηγούμενης συνεργασίας με τον Μητροπάνο.
Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι αυτό το βάρος κάποιες στιγμές δεν σου δίνει περιοριστικές αναστολές.
Συνέβη ενδεχομένως κι εδώ, κυρίως με τραγούδια που δεν μπήκαν στο δίσκο...
Ο ίδιος είχα αναστολές ακόμη και για το ρεφρέν στο "Ζεϊμπέκικο του Αρχάγγελου".
Έκανα σχεδιαγράμματα, πάλευα να γράψω κάτι άλλο αλλά δεν μπορούσα.
Δεν ήθελα να το βάλω στον δίσκο, όμως ο Μητροπάνος, ο Γράψας
και ο Ηλίας Μπενέτος (σ.σ. παραγωγός του δίσκου) ούτε που να τ' ακούσουν.
Πείστηκα μόνο όταν το άκουσα ηχογραφημένο...»
Παρ' ότι το μεγαλύτερο μέρος γράφεται πάνω στους στίχους του Φίλιππου Γράψα για τον Δημήτρη Μητροπάνο, βρίσκονται ανάμεσα σ' αυτό και κομμάτια που προϋπήρχαν. "Τον Αύγουστο που μου Χρωστάς" έχει γραφτεί τα προηγούμενα χρόνια με την προοπτική να τραγουδηθεί από τον Διονύση Θεοδόση σε έναν δίσκο που ετοιμάζουν για αυτόν οι Μ. Τόκας και Χρήστος Νικολόπουλος. Η "Τριανταφυλλιά" είναι ένα από τα οκτώ τραγούδια που γράφει ο Τόκας πάνω σε στίχους του παλιού καθηγητή του Βάσου Βενιζέλου στην κυπριακή διάλεκτο. Ακόμη και τα "Λαδάδικα" έχουν γραφτεί δύο χρόνια πριν: «Υπήρχαν αμφιλεγόμενες απόψεις. Μια ισχυρή μερίδα έλεγε ότι τα "Λαδάδικα" έχουν τόσο ειδικό θέμα που ενδεχομένως δεν μπορεί να συγκινήσει πλατιά. Ακόμη κι εγώ... Πίστευα περισσότερο τον "’σωτο", ένα τραγούδι που ακούστηκε φυσικά αλλά δεν έγινε και πανελλήνιο σουξέ». Πάνω στη μελωδία της "Τριανταφυλλιάς" ο Γράψας βάζει δικούς του στίχους και έτσι δημιουργείται το "Αγάπη μου ’ξιον Εστί" Τελικά στο δίσκο μπαίνουν και οι δύο εκδοχές... Κι αν αυτές οι δύο εκδοχές της ίδιας μελωδίας είναι εδώ αρκετά κοντινές σε κλίμα (έτσι κι αλλιώς έχουμε να κάνουμε με την ίδια ορχήστρα και την ίδια φωνή), δεν συμβαίνει το ίδιο με μιαν άλλη παλιά μελωδία του Τόκα που επανέρχεται σαν κουπλέ του τραγουδιού "Φως". Ακούστε το τελευταίο κομμάτι του δίσκου που έκανε το 1987 για την Κωνσταντίνα και - κάτω από έναν ελαφροπόπ ήχο και στίχους που λένε "είχαν πάντα κάτι από φωτιά κι από φεγγάρι / τα μάτια που δεν πίστεψες" - θα αναγνωρίσετε τη μελωδία που ντύνει εδώ έναν στίχο "βυζαντινής" προσήλωσης. Χαριτωμένα ενορχηστροτικά "παιχνίδια" που σημειώνει ο δημιουργός τους αλλά δύσκολα μπορεί να διακρίνει ο απλός ακροατής. |
(Η αλήθεια είναι πως όταν οι ίδιοι συντελεστές αμέσως μετά έκαναν τα τραγούδια
του δίσκου της Κατερίνανς Κούκα "Δεν Σκοτώνουν την Αγάπη με την Πρώτη Αφορμή" τίποτε -
εκτός ίσως από ένα-δυο τραγούδια εξαιρέσεις - δεν ήταν το ίδιο).
Ένας στίχος με "προσωπικότητα" ήταν κάτι που έλειπε από τον συνθέτη
σε πολλές από τις προηγούμενες δουλειές του.
Ένας στίχος που θα αναγνώριζε ότι τα προβλήματά μας δεν έιναι μόνο ερωτικά...
Και μόνο για τους στίχους του "Εδώ"
η παρουσία του Φίλιππου Γράψα μέσα από τις μελωδίες του Μάριου Τόκα έχει σημαντικό αποτέλεσμα.
Δεν έχει άδικο ο συνθέτης που αυτό το τραγούδι αναφερει πρώτο όταν του μιλάμε για "αγαπημένα"
που "έμειναν στο περιθώριο".
"Η προσφυγιά γυρεύει ακόμα τους δικούς της...".
«Μοιραία, δεν ακούστηκε καθόλου και ας πούλησε 90.000 ο δίσκος» υπογραμμίζει.
Μήπως και από την "Εθνική μας Μοναξιά" που - πάλι σύμφωνα με δικές του πληροφορίες -
έχει συμπληρώσει σε πωλήσεις 160.000 αντίτυπα «και δεν υπάρχει βδομάδα να μην πουλάει 200 κομμάτια»,
δεν έμειναν πίσω τραγούδια με τη λαϊκότητα του "Παράπονου" ή την ευαισθησία του "Κοιμήσου";
Μπορούμε να πούμε ότι τα πετυχημένα τραγούδια του "Παρέα μ' έναν Ήλιο", αποτελούν την "καινούρια" αντίληψη τραγουδιών "συλλογικής συνείδησης" που γνώρισαν μεγάλη αποδοχή όντας αισθητικά άρτια. Γνωρίζουμε καλά τι σημαίνει αυτό τη στιγμή όπου πολλές φορές, ίσως τις περισσότερες, η αποδοχή συνδέεται με εξαιρετικά "φθηνές" λύσεις. Ίσως εδώ εντοπίζεται η διαφορά ανάμεσα σε ένα "κατασκευασμένο σουξέ" και σε ένα τραγούδι που "βάζει στην καρδιά της δημιουργίας του" τη διάθεση του κόσμου για τραγούδι. Αυτή έιναι και η διαφορά του Μάριου Τόκα - στις καλές του στιγμές - από τους λογής "υπαλλήλους παραγωγής σουξέ" που κατά καιρούς κατασκηνώνουν στις δισκογραφικές εταιρείες. Και βεβαίως αυτή η διαφορά δεν θα έλαμπε τόσο εδώ χωρίς τη συναισθηματική φόρτιση μιας εκφραστικής φωνής σαν αυτή του Δημήτρη Μητροπάνου. |
||