Με υποδέχεται με ένα τζην σορτσάκι και μ' ένα φανελάκι. Στο τραπεζάκι, αντίκρυ στον καναπέ, ακουμπισμένα τα γυαλιά του και, σε μια πολυθρόνα, σκόρπιες οι εφημερίδες της ημέρας. Μεσημεριάζει για καλά και η τύρβη της πόλης μπαίνει από τη διάπλατη μπαλκονόπορτα, όχι ενοχλητική - το αντίθετο, φιλική και οικεία. Έτσι όπως οικείες και φιλικές σου φαίνονται κάποτε - εντελώς αναπάντεχα - στο δρόμο οι μορφές των περαστικών, που τις ζωές τους έχει ζωντανέψει με το μέταλλο της φωνής του εκείνος. Απ' την κουζίνα, μας φτάνει η ευωδιά απ' τα κεφτεδάκια που ετοιμάζει η Βένια, η γυναίκα του. Είναι ένα ζεστό σπιτικό. Το σπιτικό δυο ανθρώπων που αγαπιούνται. Και σου φαίνεται αυτό τόσο απλό, τόσο όμορφο. Ακολουθούν κάποιες στιγμές αμηχανίας. Μα κάπως έτσι δε γίνεται πάντοτε, μέχρι να γνωριστούν δυο άνθρωποι; Ώσπου το μαγνητόφωνο ν' αρχίσει να δουλεύει. Και να καταγράφει κομμάτια απ' τη ζωή του. Απ' το παρών του και από το παρελθόν.
«Δε θέλω να τα θυμάμαι πολύ τα παιδικά μου χρόνια. Δύσκολοι καιροί. Μίζεροι και σκληροί. Φτώχεια, πολιτικές αντιπαραθέσεις, κυνηγήματα... O πατέρας μου είχε φύγει με το αντάρτικο στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Το υπόλοιπο σόι, εξορίες, φυλακές... Έμεινε μια μάνα πίσω να μεγαλώνει δυο παιδιά. Καταλαβαίνεις...». Το '64 αφήνει τα Tρίκαλα και έρχεται στην Αθήνα να τελειώσει το Γυμνάσιο. Δεν είναι και λίγο πράγμα να εγκλιματιστείς στη νέα πραγματικότητα, να παλέψεις για μια θέση στον ήλιο. Ήταν λιανό παιδί, για τους συμμαθητές του ένα «βλαχάκι». Ήρθε πολλές φορές στα χέρια μαζί τους, έβαλε πολλές πλάτες στο χώμα, ώσπου ν' αρχίσουν να τον βλέπουν σαν έναν απ' αυτούς. Ο αδελφός της μητέρας του, ο Γιάννης, του στέκεται σαν πατέρας. Αυτός τον διαβάζει, αυτός τον στηρίζει. Και δε θα σταματήσει να το κάνει ούτε όταν ο Δημήτρης, μαθητής ακόμα, πιάσει δουλειά στις μπουάτ της Πλάκας για να συντηρεί την οικογένεια που έχει μείνει στα Τρίκαλα. Γνωρίζεται με τον Ζαμπέτα, που ήταν ό,τι πιο σημαντικό συνάντησε στην καριέρα του. «Αυτός διαμόρφωσε το χαρακτήρα μου μέσα στη δουλειά, αυτός με έμαθε τι πάει να πει νύχτα, τι κακοτοπιές να αποφεύγω... Του χρωστάω πάρα πολλά!», λέει και κάπως σαν να συγκινείται. Αρχίζει να γράφει δίσκους των 45 στροφών. Συνεργάζεται με τον Παπαβασιλείου και με τον Μουσαφίρη, κάνει με τον Κατσαρό το Δρόμο για τα Κύθηρα, με τον Καλδάρα τα Σκόρπια φύλλα και με τον Δήμο Μούτση τον αλησμόνητο Άγιο Φεβρουάριο. Θα ακολουθήσουν και άλλοι πολλοί δίσκοι. Με τον Θεοδωράκη, τον Χατζηνάσιο, τον Τόκα. Εμφανίσεις σε κέντρα. Τέλος, η καταξίωση...
-- Δημήτρη, ξεκίνησες από χαμηλά, διανύοντας δημιουργική διαδρομή είκοσι οχτώ χρόνων, έχεις κατορθώσει να θεωρείσαι στη συνείδηση του κόσμου ένας μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής. Πιστεύεις πως έχεις κερδίσει το στοίχημα της ζωής;
«Δεν ξέρω αν το έχω κερδίσει. Οπωσδήποτε, όμως, ανήκω στους τυχερούς της ζωής. Έχω μια δουλειά πάρα πολύ καλή, έχω ένα όνομα, έκανα λεφτά, απόκτησα κοινωνική επιφάνεια, έχω κάνει πράγματα τόσα όσα δεν πίστευα ποτέ ότι θα μπορούσα να κάνω».
-- Έχεις κάνει παραχωρήσεις για να φτάσεις εδώ που έφτασες; Επαγγελματικά εννοώ...
«Όχι, σε ό,τι αφορά τη δουλειά μου δεν έχω κάνει παραχωρήσεις. Στη ζωή μέσα, νομίζω, όλοι μας έχουμε κάνει συμβιβασμούς... Ξέρεις, ποτέ δεν είδα την καριέρα σαν αυτοσκοπό. Ότι πρέπει οπωσδήποτε να πετύχω, να κάνω μεγάλο όνομα και τα σχετικά... Αγαπάω τη δουλειά μου πάρα πολύ, τη νοιάζομαι τη δουλειά μου πάρα πολύ, αλλά δε θα 'κανα ποτέ κάτι που θα με πείραζε σαν άνθρωπο...».
-- Το χρήμα πόσο σ' ενδιαφέρει;
«Τα λεφτά τα βλέπω σαν μέσο για να περνάω καλά, ποτέ δεν τα αγάπησα. Ίσως να 'ταν και οικογενειακό μας. Πιστεύω ότι όλα τα μαθαίνεις από την οικογένεια. Άλλωστε, τα οικονομικά, ξέρεις, δεν είναι το "φόρτε" μου...».
-- Και πώς τα βγάζεις πέρα;
«Και ποιος σου είπε ότι τα βγάζω; (Γέλια). Από τότε που παντρεύτηκα δεν ασχολούμαι πολύ με τα οικονομικά. Είναι ένα θέμα που δε μ' αγγίζει, δε με αφορά...».
-- Ο χρόνος σε αφορά; Εμένα, να σου πω την αμαρτία μου, με ανησυχεί. Όταν είδα την πρώτη άσπρη τρίχα στα μαλλιά μου θορυβήθηκα...
«Μωρέ, ας είχα εγώ μαλλιά κι ας ήταν και πράσινα!» (Γελάει καλόκαρδα).
-- Ο «ποδόγυρος» σ' αρέσει; Τι κοιτάς σε μια γυναίκα;
«Και βέβαια μ' αρέσει. Όμως, δεν υπάρχουν συνταγές. Λένε, για παράδειγμα, πως δε μ' αρέσουν οι ξανθιές. Υπήρξαν, όμως, και ξανθιές στη ζωή μου. Βασικά υπάρχει μια έλξη. Βλέπεις μια κοπέλα στο δρόμο, ας πούμε. Και μπορεί να σ' αρέσουν τα μάτια της. Σε κάποια άλλη να σε τραβήξουν τα μαλλιά της, τα χείλια της, το στήθος της...»
Πάνω στην ώρα μπαίνει η Βένια. Κοιταζόμαστε με νόημα και σκάμε στα γέλια.
Το σημείο της συζήτησης είναι κρίσιμο και, για να διασκεδάσω τις εντυπώσεις,
τη ρωτάω πώς έγινε και γνωρίστηκαν με τον Δημήτρη.
Μου λέει πως, όταν τον πρωτοείδε στη Minos, δεν τον χώνεψε, γιατί της φάνηκε άγριος!
Πίστευε πως θα του μίλαγε κι εκείνος δε θα καταλάβαινε!
Τελικά, απ' ό,τι φαίνεται, συνεννοήθηκαν μεταξύ τους μια χαρά...
Είναι Κριός. Πάει να πει, στον έρωτα παρορμητικός και φλογερός. Κατακτητής.
Αλλά αν τον «πουλήσουν»... «Μπορώ να δώσω μια, να τα διαλύσω όλα».
Του αρέσει πολύ το κρέας - το αγαπημένο του πιάτο είναι χοιρινό με πρασοσέλινο -,
πίνει με μέτρο και τα τέσσερα-πέντε πακέτα που κάπνιζε κάποτε μέσα σε μια μέρα τώρα
έχουν γίνει τέσσερα-πέντε τσιγάρα.
Παλιότερα γυμναζότανε. Ποδόσφαιρο, στίβος, γυμναστική.
-- Τώρα;
«Τώρα γερνάω (γέλια). Μπορεί και να πληρώνω αυτά που έχω κάνει...».
-- Δηλαδή; Κραιπάλες; τον ρωτάω σαν δήθεν απληροφόρητος.
«Και κραιπάλες...», λέει αόριστα και κάπως βαριά. Είναι σαν να έξυσα κάποια παλιά πληγή. Τον αισθάνομαι απέναντί μου σαν τον πυγμάχο που κρατάει την «γκαρντ» του αδιαπέραστη... Μιλάμε για ποδόσφαιρο. Χαλαρώνει. Είναι παθιασμένος Ολυμπιακός. «Με τα διαρκείας μου, με τα "έτσι" μου...», πετάει με νόημα. Τι ήταν να το πει. Μπαίνουμε στα εσωτερικά της ομάδας. Μιλάμε, μιλάμε και ξεχνιόμαστε. Για τον Χαντζίδη, τον Προτάσοφ, τον Τσιαντάκη. Θυμόμαστε τις μεγάλες εποχές. Επί Μπούκοβι. Με Γιούτσο, με Σιδέρη, με Μποτίνο, με Αγανιάν... Βγαίνουν οι μπίρες, έρχονται και τα κεφτεδάκια της Βένιας...
..........................................................................
Έτσι κύλησε όλο το απόγευμα. Και το σούρουπο μας βρήκε να μιλάμε ακόμη για τον Ολυμπιακό. Μην πείτε πως σας κακοφάνηκε, πως δεν είναι και πολύ «σικ» να γράφονται αυτά. Δείξτε επιείκεια και προσπαθήστε να καταλάβετε. Πάθος είναι αυτό... Πάθος αντρικό!