Ψυχές μαραγκιασμένες σαν σφουγγάρια ρουφάνε λίγο ήλιο απ’ το κρασί και αζήτητες σ’ απόμερα πατάρια διψάνε για μια στάλα θαλασσί Στους τοίχους της ταβέρνας τα καράβια που χάραζε ένα χέρι απλοϊκό γιατί να καταντήσουμε ρημάδια δεν μάθαμε ποτέ το μυστικό Τα δάχτυλα να σφίγγουν το ποτήρι δεν έμαθα και λόγια λιγοστά Χριστέ μου κάνε απόψε ένα χατήρι οι τελευταίοι ναρθουν πιο μπροστά Μίκης Θεοδωράκης - Λευτέρης Παπαδόπουλος